Ακούω αυτό το τραγούδι απόψε. Όπως το άκουγα τότε.
Και ξαφνικά, είμαι ξανά στον παραλιακό της Θεσσαλονίκης, σαν πρίν δυο χρόνια, να περπατώ μια νύχτα ήσυχη και μαγική, με τα ακουστικά στα αφτιά, να το ακούω και να το μουρμουρίζω. Να με δροσίζει το θαλασσινό αεράκι και να περνάω δίπλα από τα φωτισμένα καραβάκια στις προβλήτες. Να σταματάω μπροστά από το ξενοδοχείο Μακεδονία Παλλάς για τσιγάρο και για να χαζέψω το φεγγάρι και την αντανάκλαση του στη θάλασσα, λίγο πρίν πάρω την τελευταία ανηφόρα για το σπίτι. Να μετράω τα φωτάκια από τα πλοία μακριά στον ορίζοντα, ελαφρώς ζαλισμένος από τα ποτά με τους φίλους στα Λαδάδικα και να βιάζομαι να πάω σπίτι επειδή η γάτα μου θα με περιμένει για να κοιμηθεί στα πόδια μου. Μου λείπεις...
Γερνάω μαζί με τα τραγούδια που μ' αρέσαν τότε και σήμερα. Όλα εκείνα τα τραγούδια που τώρα είναι φορτωμένα αποσκευές και παρελθόν, σαν άνθρωποι κουρασμένοι απ' το δρόμο. Κάθε ένα κουβαλάει και μια ανάμνηση, στον κόρφο του κρυμμένη σαν φυλαχτό.
Ήρθαν. Συνοδοιπόροι από παλιά, που επισκέφτηκαν απόψε για ένα σύντομο "γειά" πρίν επιστρέψουν στις σκιές της λήθης. Αυτά τα τραγούδια, τα τραγουδούσα κι εγώ όταν βγήκαν πρώτα - χρόνια πριν - πριν τα ντύσω με άλλες ιστορίες, εικόνες και συναισθήματα. Απόψε τα αναγνώρισα χωρίς κόπο, κι ας ήταν τα ρούχα που τους έδωσα κουρέλια απ' τον καιρό...
Μού 'λειψες και έχει καιρό να τα πούμε. Κάνε υπομονή. Δεν σού 'γραφα επειδή τώρα γράφω άλλα αλλού. Όχι τόσο ευχάριστα, θα έλεγα, κι ούτε θα διαβαστούν από 'σένα...
Ακαδημαϊκή χρονιά άρχισε και πέρασε η μισή χωρίς να το καταλάβω. Καλύτερα είναι φέτος. Περιορισμένο το άγχος μου, με καλές φιλίες να με στηρίζουν και η ανάμνηση της Θεσσαλονίκης πονάει λιγότερο.
Τη φωτογραφία που βλέπεις την τράβηξα βράδυ Τρίτης 24 Αυγούστου, νύχτα με πανσέληνο "στο περιγιάλι το κρυφό" (ναι το Σεφερικό, αλήθεια!) σ' ένα διάλειμμα από κολύμπι νυχτερινό. Ησυχία, γαλήνη, ομορφιά, ευγνωμοσύνη. Μαγεία.
Ετεροχρονισμένο αυτό αλλά... Λένε πως η νύχτα της Αυγουστιάτικης πανσελήνου είναι είναι η πιό φωτεινή του χρόνου. Λένε πως αυτή τη νύχτα διάλεγαν οι μάγισσες να κάνουν τα πιό δυνατά τους ξόρκια. Λένε πως αν κάνεις μια ευχή στην πανσέληνο του Αυγούστου θα πιάσει.
Έκανα, που λές, μια ευχή. Και νομίζω ότι έπιασε. Κάθε πανσέληνο που βλέπω από τότε θυμάμαι την ευχή. Και βλέπω τα σημάδια πως φέτος κάτι αλλάζει. Αργά αλλά σίγουρα. Μπορεί να πάρει καιρό να φτάσει μέχρι εκεί αλλά το νιώθω πως θα φτάσει.
Εσύ έκανες ποτέ ευχή στο φεγγάρι;
Κ
ΥΓ1. Τη λεπτομέρεια στη φωτογραφία την πρόσεξες; Είναι αυτός ο παράξενος βράχος που μοιάζει με προφίλ ιπποποτάμου! Ά ρε ξαδερφάκι σ' αγαπώ!
ΥΓ2. Ξέρω κάποιον που αν το διαβάσει αυτό θα το θεωρήσει ηλίθιο αλλά δεν πτοούμαι. Εκεί που εσύ βλέπεις μια ηλεκτρική εκκένωση... (Ξέρεις εσύ...)
Άμα πάρεις λάθος τραίνο, όπου και να κατέβεις, πάλι λάθος θά 'ναι.
Κι εμείς έχουμε την ίδια κατεύθυνση εδώ και χρόνια, σαν να κυλάμε πάνω σε ράγες... Με φρίκη θυμάμαι πως πρίν από δυο χρόνια ένας καλός φίλος μου έλεγε πως η κατάσταση της Ελλάδας θυμίζει την Αργεντινή πρίν την οικονομική κατάρρευση. Μάλιστα, όπως είχαν τα πράγματα, μου έλεγε, η Ελλάδα θα είχε την ίδια κατάληξη. Τότε, εκ πεποιθήσεως αισιόδοξος (εκ φύσεως δυστυχώς όχι), δεν τον πήρα στα σοβαρά και είπα πως αποκλείεται να γίνει κάτι τέτοιο. Το τέλος του παραμυθιού το ξέρετε.
Να, λοιπόν, που υπάρχουν αρκετές ομοιότητες στις δυό περιπτώσεις. Δες:
και μετά βρές τη συνέχεια στον εσυσωλήνα ή δες το ολόκληρο με αγγλικούς υπότιτλους εδώ.
Δεν το χωράει ο νούς μου αυτό που συμβαίνει. Ας είναι η χώρα υπό κατάρρευση, εμείς θα τραγουδάμε τα τραγούδια των ριάλιτι. Άρτον και θεάματα. Και τί γίνεται στους δρόμους; Ακόμα χωρίζουμε τα πρόβατα από τα ερίφια; Θα πάμε στην δική μας διαδήλωση και όχι στη δική τους; Ποιός χρειάζεται, άλλωστε, τους αριθμούς; Οι αριθμοί είναι μόνο για τις στατιστικές, που έλεγε κι ο Γιόζεφ. Ή για να υπολογίζεις τα χρέη στις τράπεζες. Φτάνει πια. Δεν θέλω να μπώ στο λαβύρινθο, να ψάχνω ποιός φταίει. Αυτός, όμως, που έχει το μικρότερο μέρος της ευθύνης, κατά τα φαινόμενα, θα πληρώσει για όλους. Κι αυτός είσαι εσύ κι εγώ κι ο άνθρωπος δίπλα σου. Εσύ πώς θα πληρώσεις; Θα πληρώσεις;
Το λάθος τραίνο μας παίρνει στον λάθος προορισμό. Και λάθος τραίνα δεν έχουμε πάρει μόνο για το ζήτημα της οικονομίας. Αλλά δυστυχώς, πάνω απ' όλα πρέπει να πονάει η τσέπη μας για να δούμε αν πονάει και κάτι άλλο.
Κ
ΥΓ. Κύριοι δυστυχώς επτωχεύσαμεν. Όμως, τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα.
η φωτογραφία της ανάρτησης είναι του κύριου Steve Barth, και η ιστοσελίδα του εδώ.
Update:
Συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω. Σκεφτόμουνα σήμερα το πρωί τους στίχουςαυτούκαι ανατρίχιασα. Θα μπορούσε να είχε γραφτεί σήμερα. Μετά έμαθα τα νέα για τους νεκρούς στην Αθήνα. Αναστατώθηκα και πραγματικά λυπάμαι. Λυπάμαι για όσα έγιναν. Λυπάμαι που τα πράγματα έφτασαν εδώ. Λυπάμαι που δεν είμαι εκεί για να κατέβω κι εγώ στην πορεία. Εδώ όμως δεν κάνει να φωνάζω συνθήματα. Δε θέλω να μείνω στα λόγια. Φτάνει.
Είναι τα πέντε λεπτά που φοράω παπούτσια και παλτό, και κατεβαίνω δυο ορόφους για να κάνω ένα τσιγάρο. Είναι η γειτονιά μου που κοιμάται, ώρα τρείς και πέντε το πρωί. Είναι το διάλειμμα από τη δουλειά και η ώρα που ξεκαθαρίζουν οι ιδέες μέσα στο μυαλό μου. Είναι το κρύο που με ξυπνάει για λίγο. Είναι η αναπνοή μου που αυτή την εποχή τη βλέπω να ταξιδεύει στον αέρα. Είναι τα ακίνητα κλαδιά των δέντρων που τρίζουν όταν τα χτυπάει το φως του φεγγαριού. Είναι το γαλήνιο βουητό της πορτοκαλί λάμπας του δρόμου από απέναντι. Είναι τα αηδόνια που φοβούνται να κελαηδήσουν τη μέρα. Είναι η κόκκινη αλεπού που κάθεται δίπλα μου στο πλατύσκαλο και με κοιτάει στα μάτια. Θα ήθελα να την αγγίξω αλλά δεν με αφήνει και το τσιγάρο τελειώνει. Είναι ώρα να πάω μέσα. Ακόμα κάνει κρύο. Επιστρέφω.
Πώ-πω τί γένεια!... Βαριέμαι. Καλύτερα να ήμουν σπίτι και να έβλεπα κινούμενα σχέδια. Ας κάνω, όμως, αυτή τη μικρή θυσία για να πάω στον Παράδεισο... Πώς είναι ο παράδεισος; Δεν ξέρω αλλά ξέρω ότι δεν θέλω να πάω στην κόλαση γιατί έχει φωτιές και ένα κύριο με κέρατα. Έτσι λέει ο πάτερ. Πώ-πω τι γένεια!... Τα γένεια του πάτερ έχουν χρώμα γκρίζο και μαύρο και άσπρο. Και η μύτη του είναι πολύ μεγάλη. Δεν πρέπει να τον κοροϊδεύω όμως, επειδή σίγουρα είναι άγιος... Η Αννούλα έχει βάλει το δάκτυλο στη μύτη της και ο Αντωνάκης δαγκώνει το μολύβι του. Νομίζω άρχισα κι εγώ να πεινάω. Καλύτερα να ήμουν σπίτι τώρα και νά 'τρωγα μεσημεριανό... Χμμ. Κατηχητικό είναι όταν μένεις στο σχολείο μετά το μάθημα και πεινάς. Και σκέφτεσαι συνέχεια το φαγητό... Ά τί καλα! Ο πάτερ μας έδωσε δωράκι μια εικονούλα. Θα την βάλω στον τοίχο δίπλα από αυτή του Σνούπι... Λές να τον ρωτήσω; Θα τον ρωτήσω.
-Πάτερ, ο Θεός έφτιαξε τον Αδάμ και την Εύα;
-Ναι τέκνον μου.
-Μα... χθές είδα ένα ντοκυμανταίρ που έλεγε ότι ο άνθρωπος προήλθε από τους πιθήκους.
-Ε;
-Άρα, μήπως ο Αδαμ και η Εύα ήταν πίθηκοι;
-Όχι! Αυτά, τέκνον μου, είναι ψέματα. Τα λένε οι άνθρωποι που δεν πιστεύουν στο Θεό και είναι κακοί!
-Μα αφού το είπε στην τηλεόραση...
-Μην πιστεύεις ότι σου λένε!
-Εχμ...
-...
-Και οι δεινόσαυροι;
-Οι δεινοσαυροι τί;
-Τους έφτιαξε κι αυτούς ο Θεός;
-Ναι τέκνον μου. Ο Θεός έφτιαξε τα πάντα.
-Μα έχουν εξαλειφθεί!
-...
-Άρα, του Θεού δεν του άρεσε αυτό που έφτιαξε και γι' αυτό τους σκότωσε όλους;
-Ναι τέκνον μου. Τους σκότωσε για να μην κυνηγούν τους ανθρώπους.
-Άρα ο Θεός έκανε λάθος;
-...
Κάποτε, πρίν από χρόνια όταν ήμουν ακόμα στο δημοτικό, πήγα κι εγώ μια φορά στο κατηχητικό (επειδή όλα τα παιδάκια στην τάξη μου πήγαιναν και ήθελα κι εγώ να δω τί είναι αυτό το πράγμα το τόσο σπουδαίο, για το οποίο οι συμμαθητές μου κάθονταν μετά το μάθημα στο σχολείο). Το συμβάν που έχω περιγράψει συνέβηκε τότε. Οι απορίες μου ήταν πολύ ειλικρινείς και αθώες. Το αν πήρα απαντήσεις κρίνετε το εσείς.
Αφορμή για αυτή την αφήγηση υπήρξε η ανάρτηση και τα σχόλια στο μπλόγκ της αγαπητής Κροτ για τους τηλε-ευαγγελιστές και τα εξαιρετικά τους σχόλια περί σεισμών, λοιμών και καταποντισμών. Θεός φυλάξοι!
Εδώ και μέρες σβήνω τα σημάδια του περάσματος μου από το σπίτι αυτό. Το σπίτι στο οποίο ζώ εδώ και 3 χρόνια. Ένα σπίτι που αγάπησα, που μέσα του γέλασα και έκλαψα, ερωτεύτηκα και απογοητεύτηκα. Το είχα ντύσει με χρωματιστές αφίσες και μικροπράματα στα ράφια που η κάθε μαμά θα αντιμετώπιζε απλά ως μαγνήτες για σκόνη.
Στην πραγματικότητα όλα αυτά ήταν σαν σελίδες από ημερολόγιο. Μέσα τους είχαν κρυμμένες αναμνήσεις από φίλους και όμορφες στιγμές. Τα είχα τοποθετήσει όλα αυτά στο χώρο γύρω μου ούτως ώστε να περιτριγυρίζομαι από εικόνες που αγαπώ και την σκέψη των φίλων μου, παρόλο που αυτοί ήταν σωματικά απόντες.
Αυτή τη στιγμή που γράφω βρίσκομαι σ' ένα σπίτι αδειανό. Τα περισσότερα έπιπλα έχουν πουληθεί (για πενταροδεκάρες) και τώρα ετοιμάζω τον υπολογιστή (που επίσης έχει πουληθεί) για να τον παραδώσω το πρωί σ' ένα γελοίο κύριο που μ' έπρηξε με τα ηλίθια παζάρια του (δεν τον πετούσα στα σκουπίδια καλύτερα τον υπολογιστή;;;). Σβήνω λοιπόν και τα ηλεκτρονικά μου ίχνη από αυτό τον υπολογιστή και δεν ξέρω πότε θα τα ξαναπούμε. Έχω τις μαύρες μου.
Το σπίτι μου φαίνεται νεκρό, άψυχο και απρόσωπο. Δεν υπάρχει πλέον κάτι που να δείχνει ότι εδώ έζησα εγώ. Τα ράφια είναι άδεια. Στους τοίχους απομένουν μόνο τα περιγράμματα από τις αμέτρητες αφίσες και κάρτες που είχα μαζέψει και προσεκτικά τοποθετήσει με τα χρόνια εκεί. Τώρα που οι τοίχοι είναι γυμνοί αντιλαμβάνομαι πόσο μικρό είναι πραγματικά το σπίτι αυτό.
Μετακομίζω.
Σκέφτομαι πως πίσω από κάθε παράθυρο στη γειτονιά κρύβεται και μια διαφορετική ιστορία. Διαφορετικοί άνθρωποι που ζούν ζωές παράλληλες, ο ένας δίπλα στον άλλο, πολλές φορές χωρίς ποτέ να γνωριστούν. Σκέφτομαι πως, σε μιά πόλη που μοιάζει με απέραντη εργατική συνοικία, η ζωή στριμώχνεται μέσα στις τσιμεντένιες ποντικότρυπες κι εν τέλει είναι ο έρωτας που μας κρατάει ζωντανούς. Γι' αυτό και όσοι έζησαν σ' αυτή την πόλη θα την αγαπούν για πάντα...
Σκέφτομαι πως σε λίγες μέρες σ' αυτό το σπίτι θα μπεί ένας ξένος. Ξένος, όπως ήμουνα κι εγώ όταν πρωτοήλθα για να ζήσω εδώ. Δέν γνώριζα τίποτα για τον προηγούμενο ένοικο της τρυπίτσας μου παρά μόνο το όνομα του, από κάτι ξεχασμένους λογαριασμούς. Το ίδιο θα γίνει και με τον επόμενο. Τα σπίτια, που μέσα τους φτιάχνουμε τη ζωή μας, μας φιλοξενούν προσωρινά. Θα ήταν παράξενο άν ξέραμε ποιός έζησε και πώς έζησε στο παρελθόν μέσα στο χώρο που βρισκόμαστε σήμερα. Τα σπίτια κουβαλάνε μια μυστική ιστορία.
Παλιά είχα σκεφτεί να γράψω ένα γράμμα για τον επόμενο ένοικο. Να πώ "εγώ είμαι ο τάδε, που έζησα εδώ τα τάδε χρόνια και έκανα αυτό κι αυτό κι αυτό". Να πώ "εγώ τ' αγάπησα αυτό το σπίτι κι ελπίζω να συμβεί το ίδιο και σ' εσένα. Δεν θα γνωριστούμε ποτέ, αλλά κατά κάποιο τρόπο συνδεόμαστε...". Δεν έχω το κουράγιο να γράψω αυτό το γράμμα. Η ιστορία μου θα ξεθωριάσει σ' αυτούς τους τοίχους, όπως ξεθώριασε και για όλους τους προηγούμενους ενοίκους.
Ένας κύκλος κλείνει και ξεκινάει ένας άλλος. Το μέλλον είναι, όπως πάντα, θολό. Σε λίγες μέρες εγκαταλείπω για πάντα τη Θεσσαλονίκη που μου χάρισε τα πιο όμορφα μου χρόνια (μέχρι στιγμής).
Κι αφήνω πίσω μου περισσότερες "αποσκευές" απ' ότι παίρνω μαζί μου... .
Πρίν από λίγο αποχαιρέτησα την άνοιξη. Πήγα μια βόλτα από την παραλιακή για να δώ το ηλιοβασίλεμα. Αγόρασα ένα καφεδάκι από το πάρκο δίπλα και κάθισα στην τσιμεντένια προβλήτα να χαζέψω τα κύματα. Άκουγα αυτό.
Έστριψα πρόχειρα ένα τσιγάρο. Σήμερα, σκέφτηκα, είναι και η παγκόσμια μέρα κατά του καπνίσματος. Αλήθεια, πότε είναι η παγκόσμια μέρα κατά του αλκοόλ (που είναι πολύ πιο επικίνδυνο); Μπορούμε, άραγε, να ονειρευόμαστε μια ζωή χωρίς απαγορεύσεις;
Άναψα το τσιγάρο και ρούφηξα το ηλιοβασίλεμα. Η άνοιξη τέλειωσε αλλά το καλοκαίρι ακόμα αργεί. Στο μεταξύ (τους) θα επιβιώσουμε.
. Σήμερα πήγα πάλι σε μια προβολή στο φεστιβάλ ντοκυμανταίρ. Γίνεται κάθε χρόνο στη Θεσσαλονίκη. Είναι ένα από τα πιο όμορφα πράγματα που προσφέρει αυτή η πόλη. Πάω κάθε φορά σε πολλές προβολές. Διαλέγω μεταξύ πολλών διαφορετικών θεμάτων κάθε φορά αλλά συνήθως κυνηγάω τα μουσικά ντοκυμανταίρ. Παρακολουθώ και προβληματίζομαι. Μια τόσο προσιτή μορφή μάθησης, το ντοκυμανταίρ είναι σαν ανοιχτό πανεπιστήμιο. Το φεστιβάλ κρατάει λίγο παραπάνω από μια εβδομάδα και στη διάρκεια του σχεδόν πάντα ψιχαλίζει.
Το φεστιβάλ είναι μια παράδοση για 'μένα που ξεκίνησε πρίν από 5 χρόνια, όταν ένας φίλος, ο Λ., με κάλεσε να δούμε μαζί εκεί ένα μουσικό ντοκυμανταίρ. Το είχε δεί και εντυπωσιάστηκε και έτσι αποφάσισε να το δεί δεύτερη φορά και να το μοιραστεί μαζί μου. Ήταν εκπληκτικό! Μετά από αυτό ξεκινήσαμε μια τεράστια συζήτηση από αυτές που δεν θέλεις ποτέ να τελειώσουν και που εκπλήσσεσαι από το πόσο λίγο ήξερες τον άλλο μέχρι στιγμής, από τις πτυχές του χαρακτήρα του που δεν είχες φανταστεί, αλλά και πόσο ταιριάζεις με αυτό τον άνθρωπο. Εκείνη η βραδιά υπήρξε η αφορμή να κτιστεί μια βαθειά, δυνατή φιλία που μου χάρισε και μου χαρίζει ακόμα πολλές όμορφες στιγμές.
...
Απόψε, μετά την προβολή πήγα μόνος και κάθισα να ρουφήξω βιαστικά ένα καφέ, πρίν πάω σπίτι, στο παλιό "Πράσινο Δωμάτιο" το μικροσκοπικό καφέ στον ημιόροφο του κινηματογράφου "Ολύμπιον" που φιλοξενεί μέρος του φεστιβάλ. Σ' αυτό καθίσαμε άπειρες φορές με την παρέα να πιούμε τον φτηνό καφέ μας ανάμεσα σε 2 προβολές. Ναι, πηγαίναμε να δούμε 2 κάθε φορά, τόσο πολύ μας άρεσε η φάση.
Σήμερα πλέον το "Πράσινο Δωμάτιο" δεν ονομάζεται έτσι, δεν είναι καν πράσινο πια. Λέγεται απλά "καφέ Φουαγιέ". Σήμερα πλέον όλη η παλιά παρέα, εκτός από 'μένα, έχει φύγει πια από τη Θεσσαλονίκη. Αυτό είναι η μοίρα μιας φοιτητούπολης. Να ενώνει τις ζωές των ανθρώπων για λίγο. Έπειτα το ταξίδι της ζωής οδηγεί τον καθένα σε διαφορετικό προορισμό (κι εγώ θα φύγω από τη Θεσσαλονίκη σε λίγο καιρό). Δεν μετανοιώνω όμως. Πέρασα πολύ όμορφα...
Σήμερα κάθισα για λίγο σ' αυτό τον ίδιο (αλλά πιά τόσο διαφορετικό) χώρο μόνος. Πολλές μνήμες στριφογύριζαν στο μυαλό μου. Και ένιωθα θλίψη και νοσταλγία γι' αυτό το τόσο όμορφο παρελθόν. Μου λείπουν οι παλιοί μου φίλοι...
Ξεφύλλισα για λίγο το πρόγραμμα του φεστιβάλ για να βρώ τι θα δώ αύριο. Το παράτησα στο τραπέζι και πήρα το κινητό μου. Ένιωσα την ανάγκη να πω κάτι σε κάποιον. Αλλά να είναι σύντομο και περιεκτικό γιατί στα πολλά λόγια χάνεις την ουσία. Είπα να το γράψω για να εκφραστώ πιο ελεύθερα. Έστειλα ένα sms στον Λ.
Φίλε είμαι στο Πράσινο Δωμάτιο. Μόλις είδα ένα ωραίο ντοκυμανταίρ στο φεστιβάλ. Μπορεί να μή μιλάμε συχνά αλλά να ξέρεις μου λείπεις και σε θεωρώ τον καλύτερο μου φίλο. Καλό βράδυ.
Τέλειωσα τον καφέ μου, πήρα το λεωφορείο να πάω σπίτι. Έφτασα μετά από λίγο, πήρα αγκαλιά τη γάτα μου και άναψα τον υπολογιστή. Κοίταξα το κινητό και είχε έρθει αυτό το μήνυμα:
Κουνούπι κι εμένα μου λείπεις και δεν είσαι ούτε καλύτερος φίλος, ούτε καλός φίλος. Είσαι αδερφός...
Ένιωσα ένα κάψιμο στα μάτια και από εκείνη την ώρα σφηνώθηκε στο πρόσωπο μου ένα γλυκόπικρο χαμόγελο. Είπα να το μοιραστώ μαζί σας...
Η αληθινή φιλία αντέχει στο χρόνο...
Κ
αφιερωμένο στους παλιούς μου φίλους - μου λείπετε αφάνταστα...
Μετά από απανωτές προσκλήσεις το πήρε απόφαση, πέρασε 6 ώρες ταλαιπωρίας μέσα σ' ένα λεωφορείο για να 'ρθεί από Αθήνα και άλλη μία μέσα στην υπέροχη κίνηση της μεγάλης Φτωχομάνας (εργασίες μετρό γαρ - η Εγνατία σε κάποιο σημείο είναι μόνο 2 λωρίδες κυκλοφορίας - ντόινγκ!!!) για να έρθει να με δεί. Περάσαμε όμορφα, της μαγείρεψα κάποιες από τις σπεσιαλιτέ μου, κάναμε περίπατο στην παραλιακή, βόλτες σε καφέ, παίξαμε σκάκι και συζητήσαμε περί ανέμων και υδάτων. Συζητήσαμε πολύ, αμπελοφιλοσοφήσαμε και γενικώς αναλύσαμε το σύμπαν.
Αυτό που μου έμεινε από τις φιλοσοφικές μας αναζητήσεις ήταν η συζήτηση που έγινε το βράδυ της Παρασκευής πάνω από δύο ποτηράκια που γέμιζαν και ξαναγέμιζαν με ούζο, κάπου στο Μπιτ Μπαζάρ.
Έχοντας κι οι δύο ολοκληρώσει τις σπουδές μας, λέει, σαν νέοι καλλιτέχνες με όρεξη για δουλειά, αποφασισμένοι να πραγματοποιήσουμε τα όνειρα μας και να ζήσουμε κάνοντας αυτό που σπουδάσαμε, θα επιστρέψουμε στο νησί (Κύπρος) κάποια στιγμή στο αόριστο μέλλον.
Θα βρισκόμαστε τις Παρασκευές τα βράδια, καλή ώρα όπως τώρα (η συζήτηση έλαβε χώραν Παρασκευή), θα πίνουμε από ένα ποτάκι και θα λέμε πώς περάσαμε την εβδομάδα μας και τί συναρπαστικό μας έτυχε εν ώρα εργασίας.
Εγώ θα διηγούμαι τί πελάτες μάζεψα και πού τους πήρα, τί σκυλέ τραγούδια άκουσα στο αυτοκίνητο, όλα τα σκόρ από τους ποδοσφαιρικούς αγώνες του τρέχοντος και του περασμένου μηνός, ποιά ήταν η τελευταία μάρκα τσιγάρων που βρήκα ξεχασμένη στο αυτοκίνητο και είπα να δοκιμάσω, τί αστοιχείωτες πολιτικές απόψεις είχα την τύχη να ακούσω από τους εκάστοτε πελάτες μου χωρίς να τους ρωτήσω κάν, αλλά θα είμαι ευχαριστημένος από το νέο μου λούκ γιατί η νεοαποκτηθείσα στρόγγυλη κοιλιά μου είναι ότι πρέπει για να στηρίζω τις μπύρες, ενώ το μουστάκι με κάνει να φαίνομαι άντρακλας βαρύς και πελαγίσιος και επειδή το νυχάκι στο τελευταίο δάκτυλο είναι πολύ πρακτικό για να καθαρίζω τα αυτιά και τη μύτη μου! Αυτή θα διηγείται τί καθαριστικό πατώματος διάλεξε να χρησιμοποιήσει επειδή δέν την έπεισε η διαφήμηση του Άζαξ, πόσο μαστούρωσε από τη μυρωδιά του, πόσους λεκέδες καθάρισε από τις κουρτίνες, ποιό χρώμα είναι της μόδας στις ολόσωμες ποδιές φέτος, θα ξέρει όλα τα τελευταία κουτσομπολιά από την σόουμπιζνες γιατί αυτό είναι το πιό ενδιαφέρον θέμα συζήτησης που θα κατέχουν οι γύρω της και τέλος ποιά αισθητικός στην πόλη κάνει την καλύτερη ριζική αποτρίχωση, αν και δεν θα της χρειάζεται γιατί από την πολλή χλωρίνη θα έχουν ψοφήσει όλες οι τρίχες της (πλήν της κεφαλής που θα καλύπτεται από μαντήλι κόκκινο με άσπρες βούλες)!
Ναι, σωστά μαντέψατε. Μετά από πολυετείς σπουδές στο χώρο των καλών τεχνών θα καταλήξουμε:
εγώ ταξιτζής (άντε μανάβης το πολύ)
η αδερφούλα καθαρίστρια (ή κομμώτρια, αν και μπορεί να την πιάσουν τα δημιουργικά της και να πειραματιστεί στο κεφάλι μιας άτυχης πελάτισσας που στο τέλος θα κάνει να μοιάζει με ξεπουπουλιασμένο φλαμίγκο) [και κανένα πρόβλημα δεν έχουμε με αυτά τα επαγγέλματα, απλά δεν θέλουμε να τα κάνουμε εμείς]
για να τα βγάλουμε πέρα όταν θα επιστρέψουμε στην πολύπαθον νήσον...
Επειδή όσο κι αν τον αγαπάμε τον τόπο μας και δεν πάψαμε να ελπίζουμε, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι δεν υπάρχει ακόμα το κοινό για την τέχνη στην Κύπρο. Γνωρίζουμε ότι θα πρέπει να σκαρφιστούμε ποικίλους τρόπους για να εκμεταλλευτούμε τις γνώσεις μας σ' ένα τόπο όπου υπάρχει μεν το ανθρώπινο δυναμικό (κι όχι μόνο στις τέχνες), αλλά όχι και η βούληση για πραγματική πρόοδο. Υπάρχουν πολλοί που, εν τέλει, συμβιβάζονται με κάτι άλλο από αυτό που σπούδασαν, αφού επιστρέψουν στο νησί.
Μπορεί η τέχνη μας να μας οδηγήσει αλλού και να μην επιστρέψουμε ποτέ. Αλλά, όπως είπα και πρίν, δεν πάψαμε να ελπίζουμε. Και το νησί είναι η βάση μας, το λιμάνι μας, όπου είναι μαζεμένοι πολλοί από τα αγαπημένους μας ανθρώπους. Κάποια στιγμή - εγώ το νιώθω - θα θέλω να επιστρέψω. Για την αδερφούλα δεν ξέρω. Αλλά μέσα μας μοιάζουμε και μάλλον θα σκέφτεται κι αυτή όπως εμένα.
Εμείς, αν επιστρέψουμε, θα πρέπει να επιμείνουμε και να διαμορφώσουμε αυτό το κοινό που δεν υπάρχει ακόμα. Να θέσουμε τις βάσεις, να κάνουμε την αρχή. Και κάποια στιγμή...
Δεκέμβριος. Ήμουν Λονδίνο. Η Π. που με φιλοξενούσε είχε δουλειά κι είχα όλη τη μέρα ελεύθερη. Βαριόμουν να διαβάσω. Βγήκα απ' το σπίτι μ' ένα χάρτη για τον υπόγειο σιδηρόδρομο που έμοιαζε με πολύχρωμο δίχτυ. Μπήκα στο λαβύρινθο του και πήγα να βρώ το μινώταυρο. Κατέβηκα (ή μάλλον ανέβηκα) δεν θυμάμαι σε ποιά στάση κι άρχισα να μαζεύω το μίτο.
Έφτασα σ' ένα τεράστιο κτίριο, όμορφο σαν ξεθωριασμένο παλάτι. Και ήταν. Το θησαυροφυλάκιο του πιο κομψού και γλυκομίλητου λήσταρχου, διακοσμημένο με αρχαιοελληνικού ρυθμού κίονες στην πρόσοψη. Μπήκα μέσα και θαμπώθηκα από τη λάμψη του χρυσού, από τον όγκο της λαξευμένης πέτρας, απ' τους αμέτρητους και ξεχασμένους πια θεούς που σε κοιτάζουν μέσα από κόγχες αδειανών ματιών.
Περιπλανήθηκα για ώρες μέσα σε αίθουσες ασφυκτικά γεμάτες με θησαυρό. Τόσα πολλά είχαν μαζέψει, μέσα σε εκατοντάδες χρόνων αποικιοκρατίας, που αγάλματα θεών και θνητών, κοσμήματα και κόκκαλα βασιλιάδων κι αυλικών, τάφοι, ακόμα και ολόκληροι ναοί, ήταν παρατεταγμένοι πλάι-πλάι για να χωρέσουν στις ψηλοτάβανες αίθουσες.
Κάθε πόρτα που περνάει κανείς οδηγεί στην επόμενη πόρτα κι εγώ ταξίδευα πίσω στο χρόνο. Είδα πλάσματα μυθικά και νεκρούς που αρνιούνται να ξεχαστούν. Έμαθα πολλά, όμως δεν ένιωσα αρκετά. Κοίταξα κατάματα τον Όσιρι, μου χαμογέλασε φευγαλέα η Αστάρτη, με σημάδεψε μ' ένα κεραυνό ο Δίας. Όμως ήταν όλοι τους νεκροί, παγωμένοι, άψυχες πέτρες. Μακριά από τον τόπο που γεννήθηκαν και είχαν για κάποιους, κάποτε, κάποια σημασία. Εκεί που βρίσκονται τώρα είναι απλά γλυπτά χωρίς να περιβάλλονται από την αύρα του μαγικού τους παρελθόντος. Δεν ένιωσα κανένα δέος παρά μόνο λύπη. Το θαυμαστό παλάτι που βρήκα ήταν τελικά μια λειψανοθήκη.
Το μουσείο αντί ναός των Μουσών ήταν στην καλύτερη των περιπτώσεων μια πλούσια (ωστόσο χωρίς ουσία) γκαλερύ αρχαίας γλυπτικής αλλά στην πραγματικότητα ένα θλιβερό μνημείο. Ένα μνημείο αιώνων αποικιοκρατίας και τυχοδιωκτισμού, ένα μνημείο για τα κατορθώματα ευγενών (όχι ευγενικών -διευκρινίζουμε- αλλά αρχοντογεννημένων) κλεφτών.
Τα πόδια μου είχαν κουραστεί απ' το πολύ περπάτημα μέσα στο μουσείο. Πολλά τα έβλεπα βιαστικά γιατί είχαν περάσει ώρες πολλές κι ήθελα να δώ όσο το δυνατόν περισσότερα. Μέσα σε λίγη ώρα περιπλανήθηκα απ' τον καιρό των Ρωμαίων στο Μεσαίωνα και πάλι πίσω στην αρχαία Βαβυλώνα. Ο μίτος είχε τυλιχτεί πια σ' ενα ακατάστατο κουβάρι κι εγώ ακόμα προχωρούσα. Είχα αφήσει το καλύτερο για το τέλος. Μπήκα λοιπόν στη πτέρυγα που έχουν αφιερωμένη στην αρχαία Ελλάδα και έφτασα στην αίθουσα του Παρθενώνα.
Κένταυροι, κούροι, καρυάτιδες και νύμφες στέκονταν εκεί σιωπηλοί. Πινακίδες εξηγούσαν πώς κάθε κατακτητής που πέρασε από την Αθήνα έσπαζε μερικά αγάλματα (επειδή ήταν πολύ μεγάλα για να τα μεταφέρει ολόκληρα) και έπαιρνε μαζί του τα κεφάλια. Τώρα βρίσκονται αλλού τα κορμιά κι αλλού τα κεφάλια (αυτά που βρέθηκαν). Ένα μουσείο έχει τα φτερά, το άλλο το κεφάλι, στην Ελλάδα παραμένουν άδειες κάποιες από τις ξυλωμένες βάσεις τους.
Διάβασα λίγο παρακάτω. Μια πινακίδα έγραφε ότι τα γλυπτά του Παρθενώνα είναι εξίσου μοιρασμένα (ποιός έκανε τη μοιρασιά;) ανάμεσα στο Βρετανικο Μουσείο και στο Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. Στη συνέχεια έγραφε ότι τα γλυπτά που βρίσκονται στο Βρετανικο είναι σε καλύτερη κατάσταση από αυτά που παρέμειναν στη Ελλάδα γιατί εδώ και δυο αιώνες είναι προφυλαγμένα από περαιτέρω φθορά (συμπεραίνουμε δηλαδή ότι καλά έκαναν και τα πήραν αφού τα προσέχουν!). Έπειτα σχολίαζε ότι στο Λονδίνο παρέχεται η ευκαιρία να τα δουν και να γνωρίσουν τον πολιτισμό μας πολλοί άνθρωποι που διαφορετικά δεν θα μπορούσαν. Βεβαίως δεν λένε αυτό θα ήταν δυνατό και χωρίς τα μοναδικής αξίας γλυπτά του Παρθενώνα αλλά...
Αναστέναξα. Ήταν ώρα να φύγω, το μουσείο θα έκλεινε μετά από λίγο. Έμεινα για λίγο ακόμα και τα κοίταζα. Ένας υπάλληλος μας ανακοίνωσε ότι το μουσείο είχε κλείσει. Μετά απο λίγο, σκέφτηκα, τα φώτα θα σβήσουν και το μάρμαρο θα γίνει πάλι μια σκιά, κλεισμένη στην αποστειρωμένη φυλακή της. Αύριο θα το θαυμάσουν οι επόμενοι. Θα σκεφτούν άραγε παρόμοια πράγματα μ' εμενα;
Μικρός, ενθουσιάστηκα όταν είδα το λιοντάρι στο τσίρκο. Τώρα καταλαβαίνω ότι αυτό που είδα τότε δεν ήταν ο βασιλιάς των ζώων αλλά ο άθλιος δούλος ενός ανθρώπου. Τώρα πια καταλαβαίνω ότι μια καρφιτσωμένη πεταλούδα δεν είναι παρά μια όμορφη μούμια στη βιτρίνα. Τα λάφυρα μπορεί να είναι όμορφα...
Αν μη τι άλλο, θαύμασα την τέχνη των αρχαίων και την υπομονή και επιμονή τους να βγάλουν απ' το μάρμαρο την μορφή του ανθρώπου, να κάνουν την πέτρα κορμί και να δώσουν ένα πρόσωπο στο θεό τους. Όμως δεν μπόρεσα να συγκινηθώ. Ήταν αδύνατον βλέποντας τα εκεί μέσα. Θυμίζαν ξεχασμένους ένοικους ενός γηροκομείου που δεν έχουν πια τίποτε να περιμένουν...
Κ
ΥΓ. Το κειμενάκι αυτό γράφτηκε το Δεκέμβριο μετά από την εν λόγω επίσκεψη.
Μιλώ γι' αυτούς με το μικρό τους όνομα, έτσι όπως θα μιλούσα για ένα παιδί. Γιατί έτσι τους νιώθω και τους αγαπώ όταν με τις φωνές και τις μουσικές τους με ταξιδεύουν πίσω σε άλλες εποχές, σε παιδικά βιώματα, να νοσταλγώ εποχές που δεν έζησα.
Ακούω μουσικές παλιές, αγαπημένες και φαντάζομαι μιαν άλλη εποχή, με αλλιώτικες καταστάσεις. Μπαίνω σ' αυτήν μ' ένα παλιό τραγούδι που, σαν φωτογραφία της εποχής του, μου αφηγείται πώς ήταν τα πράγματα τότε. Ποιές ήταν οι προσμονές, οι αυταπάτες, οι ανησυχίες και οι ελπίδες των ανθρώπων που ζούσαν τότε - που το άκουγαν όταν πρωτογράφτηκε. Ο συνθέτης κι ο τραγουδιστής - ο πρώτος που το είπε - που ζούσαν εκείνο τον καιρό θα ένιωθαν το συλλογικό πνεύμα αυτής της εποχής να ρέει στις φλέβες τους. Κι ακούγοντας το εγώ αυτό νιώθω να μου μιλάει και να ξυπνάει μέσα μου μνήμες αβίωτες.
Το τραγούδι κάτι απλό, άμεσο, ολοκληρωμένο, φτιαγμένο για να επικοινωνεί με τον κόσμο, για να το ξαναψελλίσουν τα χείλη των ανθρώπων που θα συγκινήσει. Ο Bob Dylan είπε χαρακτηριστικά: Το ποίημα είναι ένα πλάσμα γυμνό. Το τραγούδι όμως είναι κάτι που μπορεί να "περπατάει" απο μόνο του.
Ένα τραγούδι λοιπόν είναι ένα πλάσμα ζωντανό. Σκέψου το την επόμενη φορά που θα ακούσεις ένα από τα αγαπημένα σου τραγούδια. Και να θυμάσαι ότι ένα αγαπημένο τραγούδι είναι πάντα συνδεδεμένο με κάποιο συναισθηματικό ερέθισμα - κι αυτή είναι η μαγεία του...
Τον κυρ Αντώνη τον έχω τραγουδήσει και παίξει πολλές φορές. Νιώθω πλέον ότι είναι μέρος της ψυχοσύνθεσής μου. Και θυμάμαι παλιά να μπαίνω στην κουζίνα ένα ήσυχο απόγευμα, να παίζει αυτό στο ράδιο και να πετυχαίνω τη μαμά μου να το τραγουδά σιγανά κάνοντας δουλειές του σπιτιού. Θυμάμαι πόσο μου άρεσαν τα λόγια. Θυμάμαι έψαξα καιρό να το βρώ και να το παίξω, μετά από αυτό. Και θυμάμαι, ένιωθα σαν να μιλάει για τον παππού μου...
Κι αυτό το βίντεο το πρωτοείδα ένα χειμωνιάτικο βράδυ στην ΕΡΤ πρίν χρόνια και με συγκίνησε. Χάρηκα απίστευτα όταν το βρήκα στο youtube. Το βάζω εδώ για να το δείς κι εσύ, με την ελπίδα να νιώσεις όμορφα όπως εγώ.